Η παρουσία του Νίκου Δένδια στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και οι συνομιλίες με τους ομολόγους του επιβεβαιώνουν την πρόθεση των τριών χωρών να διευρύνουν τη στρατιωτική τους συνεργασία, επενδύοντας στις κοινές ασκήσεις, στην εκπαίδευση, στη διαλειτουργικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και στις νέες τεχνολογίες και την αμυντική καινοτομία
Νέα δυναμική αποκτά η αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Αιγύπτου και Κύπρου , μετά την τριμερή συνάντηση των υπουργών Άμυνας στο Κάιρο, σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η παρουσία του Νίκου Δένδια στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και οι συνομιλίες με τους ομολόγους του επιβεβαιώνουν την πρόθεση των τριών χωρών να διευρύνουν τη στρατιωτική τους συνεργασία, επενδύοντας στις κοινές ασκήσεις, στην εκπαίδευση, στη διαλειτουργικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και στις νέες τεχνολογίες και την αμυντική καινοτομία, όπως διαβάζουμε στο newsit.gr.
Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν είχαν υπογράψει στη Μέκκα νέο τριμερές αμυντικό σύμφωνο, δημιουργώντας ένα ακόμη σχήμα στρατηγικής συνεργασίας στην ευρύτερη περιοχή.
Η Αθήνα, πάντως, επιμένει ότι οι σχέσεις της με το Κάιρο και τη Λευκωσία διαθέτουν δική τους στρατηγική βάση και δεν συγκροτούνται ως μέτωπο εναντίον τρίτης χώρας.
Η τριμερής συνάντηση της 22ας Σεπτεμβρίου 2026 έφερε στο ίδιο τραπέζι τον Έλληνα υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια , τον υπουργό Άμυνας και Στρατιωτικής Παραγωγής της Αιγύπτου, στρατηγό Ασράφ Σάλεμ Ζάχερ , και τον υπουργό Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας Βασίλη Πάλμα .
Βασικός άξονας των συνομιλιών ήταν η περαιτέρω ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδας, Αιγύπτου και Κύπρου .
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, στην ενίσχυση της επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας, στην αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και στην αμυντική καινοτομία.
Στην ατζέντα βρέθηκαν παράλληλα οι μεταβαλλόμενες προκλήσεις ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή, όπου τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται ένα ολοένα πιο σύνθετο πλέγμα στρατιωτικών και διπλωματικών συνεργασιών.
Η συνεργασία Αθήνας – Καΐρου – Λευκωσίας δεν αποτελεί καινούργιο διπλωματικό εγχείρημα. Έχει αναπτυχθεί σταδιακά επί σειρά ετών και έχει αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα, τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.
Το νέο στοιχείο είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται.
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται στο επίκεντρο παράλληλων γεωπολιτικών εξελίξεων, ενώ οι χώρες της περιοχής επιδιώκουν να ενισχύσουν τις συνεργασίες τους στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της ασφάλειας.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο αποτελεί βασικό κομμάτι αυτής της αρχιτεκτονικής. Το Κάιρο διαθέτει καθοριστικό γεωπολιτικό βάρος στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή, ενώ Αθήνα και Κάιρο έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα πυκνό δίκτυο πολιτικών, ενεργειακών και αμυντικών επαφών.
Η συμμετοχή της Κύπρου προσθέτει ακόμη μία διάσταση, καθώς δημιουργεί έναν σταθερό τριμερή μηχανισμό συνεργασίας στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου .
Η συνάντηση στο Κάιρο πραγματοποιείται λίγο μετά τη Συμφωνία της Μέκκας , την οποία υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Το συγκεκριμένο αμυντικό σύμφωνο προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, ενώ ακολούθησαν ανακοινώσεις για τη δημιουργία κοινών πολιτικών και στρατιωτικών μηχανισμών.
Παράλληλα, προβλέπεται ενίσχυση της συνεργασίας σε κοινές ασκήσεις και στην αμυντική βιομηχανία.
Η εξέλιξη αυτή διευρύνει αισθητά το περιφερειακό αποτύπωμα της Τουρκίας , η οποία επιχειρεί να ενισχύσει τους δεσμούς της με δύο σημαντικούς παίκτες του μουσουλμανικού κόσμου, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η τριμερής Ελλάδας – Αιγύπτου – Κύπρου αποτελεί απάντηση ή αντίβαρο στη Συμφωνία της Μέκκας. Οι δύο συνεργασίες έχουν διαφορετική ιστορία, διαφορετική θεσμική βάση και διαφορετικό περιεχόμενο.
Η χρονική τους συνύπαρξη, ωστόσο, αποτυπώνει με σαφήνεια τη νέα πραγματικότητα: στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή δημιουργούνται και ενισχύονται παράλληλα δίκτυα στρατηγικών και αμυντικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση που έχει διατυπώσει ο Νίκος Δένδιας για τον χαρακτήρα των σχέσεων Ελλάδας και Αιγύπτου.
Η ελληνική προσέγγιση είναι ότι η συνεργασία με το Κάιρο δεν εξαρτάται από την πορεία των σχέσεων με άλλες χώρες και, κυρίως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως συμμαχία που στρέφεται εναντίον κάποιου τρίτου κράτους.
Με αυτή τη θέση, η Αθήνα επιχειρεί να διαχωρίσει την εμβάθυνση της ελληνοαιγυπτιακής αμυντικής σχέσης από την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Το μήνυμα είναι ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Αίγυπτο ως στρατηγικό εταίρο με αυτοτελή αξία και όχι αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των σχέσεων με την Άγκυρα.
Πέρα από τον πολιτικό συμβολισμό, η τριμερής συνεργασία έχει ιδιαίτερα πρακτική στρατιωτική διάσταση.
Οι κοινές ασκήσεις Ελλάδας, Αιγύπτου και Κύπρου επιτρέπουν στις Ένοπλες Δυνάμεις να αποκτούν κοινές διαδικασίες, να βελτιώνουν την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών μονάδων και να αυξάνουν τη δυνατότητα συνεργασίας σε σύνθετα επιχειρησιακά σενάρια.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον και σε τομείς που μεταβάλλουν γρήγορα τη σύγχρονη πολεμική πραγματικότητα: μη επανδρωμένα συστήματα, αντιμετώπιση drones, νέες τεχνολογίες, ψηφιακά συστήματα και αμυντική καινοτομία .
Η κατεύθυνση αυτή δείχνει ότι η τριμερής δεν περιορίζεται σε διπλωματικές συναντήσεις κορυφής, αλλά επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερο πρακτικό και επιχειρησιακό περιεχόμενο.
Για την Αθήνα, το Κάιρο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους συνομιλητές της στην περιοχή.
Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν ήδη διαμορφώσει ένα ευρύ πεδίο συνεργασίας, από την άμυνα και την ενέργεια έως τις θαλάσσιες ζώνες.
Κομβικό σημείο αυτής της σχέσης παραμένει η συμφωνία του 2020 για τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου , η οποία υπεγράφη όταν ο Νίκος Δένδιας ήταν υπουργός Εξωτερικών.
Η Αθήνα συνδέει σταθερά τη συγκεκριμένη στρατηγική με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας , θέση που αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην επίσκεψη του Έλληνα υπουργού στο Κάιρο προσδίδει και η επαφή με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι .
Στο επίκεντρο τέτοιων επαφών βρίσκονται οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ελληνοαιγυπτιακές αμυντικές σχέσεις και οι δυνατότητες περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας.
Για την ελληνική πλευρά, η σχέση με την Αίγυπτο εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική δημιουργίας σταθερών συνεργασιών με χώρες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια.
Η τριμερής του Καΐρου έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλονται γρήγορα.
Η Τουρκία ενισχύει τις στρατηγικές της σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, ενώ Ελλάδα, Αίγυπτος και Κύπρος επενδύουν στην περαιτέρω θεσμοποίηση μιας συνεργασίας που έχει ήδη πολυετή διαδρομή.
Οι δύο εξελίξεις δεν πρέπει να ταυτίζονται ούτε να παρουσιάζονται αυτομάτως ως δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Αναδεικνύουν, όμως, μια ευρύτερη τάση: τα κράτη της περιοχής επιδιώκουν ισχυρότερες συνεργασίες σε άμυνα και ασφάλεια, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Για την Αθήνα, το βασικό ζητούμενο είναι η διατήρηση και εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – Αιγύπτου – Κύπρου , με μεγαλύτερη επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, συχνότερες κοινές δραστηριότητες και έμφαση στις τεχνολογίες που καθορίζουν πλέον το σύγχρονο πεδίο μάχης.
Η τριμερής του Καΐρου επιβεβαιώνει ότι αυτός ο μηχανισμός παραμένει ενεργός και εξελίσσεται, την ώρα που ο ευρύτερος χάρτης των αμυντικών συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνεται.
Πηγή: patrisnews.com

