Το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας, ένας σταθερός χώρος συνεργασίας οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην παιδική προστασία, πραγματοποίησε στις 14 Σεπτεμβρίου διαδικτυακή συζήτηση με δημοσιογράφους με αφορμή την υπόθεση με το νεκρό βρέφος στην Κυψέλη προκειμένου να αναδείξει τα διαχρονικά κενά του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα και να παρουσιάσει προτάσεις για τη συνολική αναμόρφωσή του.
Στο Δίκτυο συμμετέχουν οργανώσεις όπως η Εξέλιξη Ζωής , τα Παιδικά Χωριά SOS και άλλοι φορείς.
Δεν υπάρχει ενιαίος φορέας
Όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια τη συζήτησης, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι ο κατακερματισμός των υπηρεσιών, καθώς λειτουργούν επτά διαφορετικά δίκτυα κοινωνικοπρονοιακών υπηρεσιών , χωρίς να υπάρχει ένας ενιαίος φορέας που να έχει τη συνολική ευθύνη και εποπτεία κάθε υπόθεσης. Παράλληλα, ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα είναι η ακραία υποστελέχωση των δήμων.
Σήμερα υπηρετούν μόλις 545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί στους 332 δήμους της χώρας.
Ενδεικτικά, στον Δήμο Αθηναίων προβλέπονται 24 οργανικές θέσεις κοινωνικών λειτουργών , από τις οποίες καλύπτονται μόλις οι 14 , όταν ενδεικτικά στο δήμο της Μαδρίτης απασχολούνται περίπου 1.000 κοινωνικοί λειτουργοί.
Σημαντική αδυναμία αποτελεί επίσης η απουσία ενός ενιαίου και δεσμευτικού πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, δηλαδή της Εισαγγελίας, της Αστυνομίας, των κοινωνικών υπηρεσιών, των σχολείων και των υπηρεσιών υγείας.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημάνθηκε ο περιορισμένος και κυρίως κατασταλτικός ρόλος της Εισαγγελίας Ανηλίκων , χωρίς πλαισίωση από κοινωνικούς λειτουργούς που καθιστά ανέφικτη την ουσιαστική παρακολούθηση της πορείας των υποθέσεων.
Παράλληλα, ιδιαίτερα προβληματική είναι η -σχεδόν παγιωμένη- πρακτική της παραμονής παιδιών που απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον με εισαγγελική εντολή για χρονικά διαστήματα που μπορεί να ανέρχονται σε αρκετούς μήνες σε νοσοκομεία, αντί να τοποθετούνται άμεσα σε κατάλληλο και ασφαλές περιβάλλον. Πανελλαδικά υπολογίζονται περίπου 100 τέτοιες περιπτώσεις, εκ των οποίων περίπου 45 στην Αττική.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που αναδείχθηκε αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ανήλικων θυμάτων κατά τη δημόσια και δημοσιογραφική κάλυψη υποθέσεων κακοποίησης και παραμέλησης. Η ανάγκη αυστηρότερης τήρησης του απορρήτου των στοιχείων των παιδιών είναι απαραίτητη για την προστασία της αξιοπρέπειας, της ιδιωτικότητας και της ασφάλειάς τους.
Στο πλαίσιο της συζήτησης, παρουσιάστηκαν παραδείγματα πρακτικών ενιαίας παιδικής προστασίας άλλων ευρωπαϊκών χωρών που έχουν αντιμετωπίσει αντίστοιχες δυσλειτουργίες και που έχουν κινηθεί προς πιο ενιαία μοντέλα οργάνωσης της παιδικής προστασίας.
Οι προτάσεις του Δικτύου
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι διαχρονικές προτάσεις των φορέων του Δικτύου για την αναμόρφωση του Συστήματος Παιδικής Προστασίας, οι οποίες έχουν ήδη διαβιβαστεί θεσμικά στους αρμόδιους φορείς. Βασική πρόταση αποτελεί η σύσταση ενός ενιαίου συντονιστικού φορέα, ο οποίος θα συγκεντρώνει την ευθύνη για την παρακολούθηση κάθε παιδιού που βρίσκεται σε κίνδυνο, από τη στιγμή του εντοπισμού του έως και τη μόνιμη τοποθέτησή του σε ασφαλές περιβάλλον.
Παράλληλα, προτείνεται η σταθερή παρουσία Εισαγγελέων Ανηλίκων και η σύσταση Κοινωνικών Υπηρεσιών στα Πρωτοδικεία, με την εφαρμογή του Ν. 2447/1996. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην ανάγκη θεσμοθέτησης εθνικής αναλογίας κοινωνικών λειτουργών ανά πληθυσμό στους δήμους, στη βάση ευρωπαϊκών προτύπων. (ένας κοινωνικός λειτουργός ανά 2.500 κατοίκους, γεγονός που θα αντιστοιχούσε σε περίπου 4.400 θέσεις κοινωνικών λειτουργών πανελλαδικά). Κεντρική μεταρρύθμιση αποτελεί επίσης η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου εθνικού πρωτοκόλλου διαχείρισης περιστατικών κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών.
Επείγουσα προτεραιότητα αποτελεί η υλοποίηση της επαγγελματικής αναδοχής ώστε τα παιδιά που απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον να μην παραμένουν για μήνες σε νοσοκομεία, αλλά να μεταφέρονται άμεσα σε ασφαλές και κατάλληλο περιβάλλον φροντίδας. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η ενεργοποίηση ενός προληπτικού και όχι αποκλειστικά κατασταλτικού ρόλου της Εισαγγελίας Ανηλίκων, που θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην έγκαιρη προστασία των παιδιών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση της παρακολούθησης της σχολικής φοίτησης και η ενεργοποίηση διαδικασιών έγκαιρης ανίχνευσης. Σημαντική είναι επίσης η λειτουργία των προβλεπόμενων «Σπιτιών του Παιδιού» και στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και το Ηράκλειο.
Ταυτόχρονα, απαιτείται αυστηρότερη τήρηση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των ανήλικων θυμάτων κατά τη δημόσια και δημοσιογραφική κάλυψη τέτοιων υποθέσεων, σε συμφωνία με τις υφιστάμενες κατευθύνσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως αυτή κυρώθηκε με τον Ν. 2101/1992.
Τέλος, αναδείχθηκε η ανάγκη για ουσιαστική ενίσχυση της πρόληψης και των υπηρεσιών στην κοινότητα, μέσω της ανάπτυξης και ενδυνάμωσης υπηρεσιών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.
Πηγή: flamis.gr

