Σε άλλους αρέσει πολύ το τρέξιμο, και τρέχουν. Σε άλλους αρέσει πολύ το τρέξιμο, αλλά μόνο να βλέπουν το τρέξιμο των άλλων. Και κάποιοι άλλοι θεωρούν το τρέξιμο ακατανόητο, αδιάφορο, εκκεντρικότητα. Όπως οι Ελληνες τον καιρό του ’21, που έβλεπαν τον Βύρωνα και άλλους φιλέλληνες να κολυμπάνε. Όταν είσαι ένα με τη φυσική ζωή, τα σπορ δεν έχουν θέση στην καθημερινότητά σου. Αλλά αυτό δε σημαίνει απαραιτήτως ότι η φυσική ζωή σου κάνει και μεγάλο καλό, στο μέτρο που συνδυάζεται με υγρασία, περόνιασμα, ακατάστατα γεύματα, ανυπόληπτα νερά, ανώμαλο ύπνο και να σε κυνηγάνε και οι σπαχήδες του Ομέρ Βρυώνη.
Εδώ και πολύ καιρό, οι Ελληνες τρέχουν, για την ευζωϊα τους, την ψυχική τους ισορροπία, τη δίαιτά τους, την κοινωνικότητά τους, και- ορισμένοι- τον ναρκισισμό τους ή τις αυταπάτες τους. Καθένας έχει τους λόγους του. Αλλά είναι προτιμότερο να τρέχεις για ταπεινό λόγο, παρά να μην ασκείσαι καθόλου. Είναι πραγματικά κοσμογονικό, σε σχέση με την Ελλάδα του 1970, να βλέπεις πόσοι Ελληνες ασκούνται σήμερα ακομπλεξάριστα, τρέχοντας με τη φορμούλα τους ή και τα κιλάκια τους στον αστικό χώρο.
Κάπως έτσι, μπήκαν οι μαραθώνιοι, οι ημιμαραθώνιοι και οι ταχαμουμαραθώνιοι στη ζωή μας. Και μαζεύουν κόσμο πολύ. Εκεί συναντάς όλα τα είδη του βασιλείου. Κανονικούς αθλητές, προχωρημένους ερασιτέχνες, συστηματικούς ασκούμενους που τηρούν τον ρυθμό τους ακόμα και αν εισβάλουν στη διαδρομή εξωγήινοι εχθροί, και φιλότιμους κάτι-σαν- αθλούμενους, που δεν ορρωδούν προ του δέους να στηθούν κάτω από το φλάμπουρο που γράφει «μαραθώνιος», απλά για τη χαρά του ιβέντ, ακολουθώντας τους προπορευόμενους με κάτι σαν τρέξιμο και με βιαστικό περπάτημα.
Με την ευκαιρία: Κάποιος, κάποτε, επινόησε το σύνθημα «να σηκωθούμε από τον καναπέ», και το αγκαλιάσαμε όλοι, έχοντας βέβαια και επίγνωση ότι και λίγος καναπές κακό δεν κάνει, μια στο τόσο.
Παραπροχθές, στον Ημιμαραθώνιο του Δήμου- ποιος σκέφτηκε αυτόν τον όρο; – εξελίχθηκε σε για μια φορά ακόμα σε γιορταστικό συναπάντημα όλων των φυλών, των κατηγοριών και των τάσεων. Ολοι οι καλοί χωράνε. Χωράνε επίσης και οι μέτριοι, χωράνε και οι κακοί. Δεν περισσεύει κανείς- άλλη ατάκα που υιοθετήθηκε από τους πάντες τα τελευταία χρόνια. Και που είναι ασφαλώς συζητήσιμη, αν μιλάμε για την πολιτική.
Ολα υπό τους ήχους μιας χορευτικής μουσικής που αποτελούσε μια κάποια έκπληξη σε σχέση με την κουλτούρα της Λαϊκής Συσπείρωσης και του ΚΚΕ, αλλά μετά από τόσα χρόνια στην εξουσία ίσως κάποια στοιχεία να αμβλύνονται. Αθλητικό τρέξιμο, φιλότιμο τρέξιμο, απλή πηλάλα, και ντάμπα ντούμπα η μουσική: Η νέα τάση του αθλητικού μάρκετινγκ θέλει τα σπορ σαν πάρτι. Νενικήκαμεν, με ακουστικά.
Περνώντας η ώρα, σκοτείνιασε, με την παραλιακή ελεύθερη από αυτοκίνητα, και με απομεινάρια δρομέων να ολοκληρώνουν την προσωπική τους μάχη, πλέον χωρίς θεατές και χειροκρότημα. Ηταν σαν τη λήξη μιας γιορτινής παρέλασης, τα ηχεία να παίζουν ακόμα, και η μελαγχολία να εισβάλλει στο σκηνικό μπας και προκάνει λίγο άδειο τον δρόμο, πριν την πατήσει κανένα αυτοκίνητο. Η άσφαλτος γυαλίζει: Αναρίθμητα άδεια μπουκαλάκια εμφιαλωμένου νερού, που είχαν διανεμηθεί στους δρομείς για τις ανάγκες της ενυδάτωσης- η νέα όψιμη θεότης- περίμεναν το σάρωθρο του Δήμου. Στα αντικριστά πεζοδρόμια, στοίβες αδιάθετων πλαστικών μπουκαλιών. Πάνω από μια ορφανή ποσότητα, ο αβλαβής δαιμονάκος της γειτονιάς. Ένας από τους νομάδες που παρεπιδημούν στη ζώνη του πρώην Λάγιος και που σουλατσέρνουν με κάθε ευκαιρία για να αντλήσουν πόρους από το ευτελές ή να τρυγήσουν από γιορτές και πανηγύρεις που μαζεύουν νέους, γέρους και παιδιά. Μικροκαμωμένος ανθρωπάκος, έχει υιοθετήσει έναν διαρκή μορφασμό που δηλώνει «λυπηθείτε με» ακόμα και εκτός ωραρίου επαιτείας.
Στο μυαλό του στριφογυρίζουν διάφορες στρατηγικές. Να πάρει νερά; Τα χρειάζεται; Θα τον κράξουν; Θα πάνε χαμένα; Και τότε γυρίζει προς το μέρος μας: «Πάρτε. Πάρτε» μας προσκαλεί. Εννοεί, «είναι ελεύθερα». Για πρώτη φορά στη ζωή του, επιτέλους, αντί του «δώστε», από το στόμα του θα βγει ένα «πάρτε». Νιώθει γενναιόδωρος, γαλαντόμος, κατανοεί ενστικτωδώς πως το «πάρτε» δίνει την ηθική βάση μιας μελλοντικής προσδοκίας, σου ανεβάζει έναν πόντο τη θέση στην κοινωνική πυραμίδα. Δεν είμαι μόνο επαίτης. Δεν είμαι μόνο παρασιτικός. Δεν είμαι μόνο ο γήινος γλάρος σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Ορίστε. Δίνω κιόλας. Δεν είναι δικά μου, εντάξει, αλλά σάμπως κι εκείνοι που τα έδιναν, δικά τους ήταν; Νερά είναι, ρε φίλε, όποτε θες έχεις όσο θες από το λάστιχο του δικτύου. Μην τους έχετε και υποχρέωση ρε κορόιδα.
Κάποιοι θεωρούν το τρέξιμο ακατανόητο, αδιάφορο, εκκεντρικότητα. Όπως οι Ελληνες τον καιρό του ’21. Δεν προχωρήσαμε όλοι. Κάποια πρόσωπα- σύμβολα, μας το θυμίζουν αυτό, όταν δεν μας το θυμίζει ο βαλκάνιος εαυτός μας.
Πηγή: flamis.gr

