Πατρινοί μποναμάδες , ένα έθιμο ξεχωριστό και μοναδικό που αντέχει στο χρόνο, αλλά και στο …χώρο. Αποτελεί αγαπημένη συνήθεια των Πατρινών. Η Πάτρα δεν κράτησε απλώς τον μποναμά ως ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο. Τον έκανε μέρος της ταυτότητάς της. Από τα χρόνια της εμπορικής ακμής και του σταφιδεμπορίου έως τους σύγχρονους πάγκους των μικροπωλητών στο κέντρο της πόλης, άλλοτε στην πλατεία Γεωργίου, σήμερα στο πεζόδρομο της Τριών Ναυάρχων.
Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό buona mano και δεν είναι τυχαίο ότι καθιερώθηκε σε μια πόλη-λιμάνι με έντονες ευρωπαϊκές επιρροές. Στον 19ο αιώνα, όταν η Πάτρα συγκαταλεγόταν στις πιο εύπορες και εξωστρεφείς πόλεις της χώρας, ο μποναμάς δεν ήταν απλώς χαρτζιλίκι. Ήταν κοινωνικός κανόνας.
Όταν ο μποναμάς ήταν κοινωνική υποχρέωση
Οι πρώτες ημέρες του χρόνου συνδέονταν με τον «καθιερωμένο μποναμά». Υπάλληλοι, εργάτες, μαθητευόμενοι, θυρωροί, αμαξάδες και μικροπωλητές περίμεναν την ευχή μαζί με το αντίστοιχο χρηματικό δώρο. Η απουσία του θεωρούνταν αγένεια και κοινωνικό ολίσθημα.
Πατρινές εφημερίδες του τέλους του 19ου αιώνα καταγράφουν το έθιμο ως αυτονόητο στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ σε οικογενειακό επίπεδο ο μποναμάς συχνά λειτουργούσε και ως ένδειξη κύρους.
Ο μποναμάς στον δρόμο
Ένα από τα πιο ζωντανά πρόσωπα του εθίμου ήταν –και παραμένει– οι πάγκοι των μικροπωλητών. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα, τις γιορτινές ημέρες εμφανίζονται στο κέντρο της Πάτρας πωλητές με παιχνίδια, στολίδια και εποχιακά είδη.
Η αγορά από τον πάγκο δεν ήταν πάντα ανάγκη. Ήταν τρόπος να δοθεί μποναμάς. «Για το καλό της χρονιάς», έλεγαν παλιοί Πατρινοί, αγοράζοντας κάτι μικρό, περισσότερο ως χειρονομία παρά ως συναλλαγή.
Από τα αστικά σαλόνια του 19ου αιώνα μέχρι τους σύγχρονους πάγκους των μικροπωλητών, ο πατρινός μποναμάς δεν έπαψε ποτέ να είναι κομμάτι της δημόσιας ζωής. Ίσως γιατί δεν ήταν μόνο χρήματα. Ήταν –και παραμένει– ένας τρόπος να ξεκινά ο χρόνος με γενναιοδωρία, εξωστρέφεια και συμμετοχή.

