Στην Ελλάδα μάθαμε πρώτα να αποκτούμε αυτοκίνητο και πολύ αργότερα να οδηγούμε μαζί με τους άλλους. Το Ι.Χ. ήρθε σαν διαβατήριο κοινωνικής ανόδου, απόδειξη ότι «τα κατάφερες», ένα μικρό ιδιωτικό βασίλειο παρκαρισμένο κάτω από την πολυκατοικία. Η έννοια ότι αυτό το βασίλειο, μόλις βγει στον δρόμο, πρέπει να μοιραστεί χώρο, κανόνες και προτεραιότητες με εκατοντάδες άλλα, αποδείχθηκε κάπως πιο δύσκολη. Και όταν αργότερα αποκτήσαμε κανονικούς αυτοκινητόδρομους, το πρόβλημα απλώς απέκτησε περισσότερες λωρίδες.
Οι δρόμοι στην Ελλάδα έγιναν ευρωπαϊκοί. Ο Έλληνας οδηγός πάλι, δεν πρόλαβε να βγάλει από πάνω του εκείνη την παλιά, σχεδόν τρυφερή σχέση με τους κανόνες: τους θεωρεί απολύτως απαραίτητους, αρκεί να εφαρμόζονται στους άλλους. Photo: Getty Images/Ideal Image
Οι αυτοκινητόδρομοι ήρθαν σχετικά αργά στη ζωή μα
Ισως εκεί να βρίσκεται κι ένα μέρος του προβλήματος. Για πολλές δεκαετίες «Εθνική Οδός» στην Ελλάδα σήμαινε Αχλαδόκαμπος, Κατάρα, Τέμπη, Μπράλος. Σήμαινε ασθμαίνουσες νταλίκες, ταβέρνες, σουβλάκια Ισθμού, διασταυρώσεις, αμέριμνα τρακτέρ και οικογενειακές εξορμήσεις στομαχικών διαταραχών όπου το «πότε φτάνουμε;» ήταν κάτι ανάμεσα σε μαθηματικό πρόβλημα και μεταφυσικό ερώτημα. Ο άξονας Αθήνας-Θεσσαλονίκης άρχισε να κατασκευάζεται τμηματικά ήδη από τη δεκαετία του ’50, όμως χρειάστηκαν περίπου επτά δεκαετίες μέχρι να αποκτήσει σε όλο του το μήκος τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου αυτοκινητόδρομου. Με την παράδοση και των τελευταίων χιλιομέτρων στα Τέμπη το 2017 έκλεισε ουσιαστικά αυτή η μεγάλη εκκρεμότητα (η Αθηνών-Πύργου ολοκληρώθηκε μόλις πέρσι). Οι δρόμοι λοιπόν έγιναν ευρωπαϊκοί. Ο Έλληνας οδηγός πάλι, δεν πρόλαβε να βγάλει από πάνω του εκείνη την παλιά, σχεδόν τρυφερή σχέση με τους κανόνες: τους θεωρεί απολύτως απαραίτητους, αρκεί να εφαρμόζονται στους άλλους.
Το πρόβλημα αρχίζει από μία θεμελιώδη παρανόηση. Ο μέσος Έλληνας αντιμετωπίζει τις λωρίδες περίπου όπως τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Διαλέγει εκείνη που του αρέσει, εγκαθίσταται εκεί και θεωρεί μέγιστη αγένεια προς το αδούλωτο πνεύμα του να του ζητάς να μετακινηθεί. Ο ΚΟΚ, βέβαια, έχει μια λιγότερο κολοκοτρωνέικη προσέγγιση και το λέει χωρίς περιστροφές: κινούμαστε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, προσπερνάμε κατά κανόνα από αριστερά και μετά την προσπέραση επιστρέφουμε δεξιά, εφόσον αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Στην Ελλάδα έχουμε περάσει προ πολλού από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας στο εθιμικό δίκαιο. Ή, ακριβέστερα, στην πανάρχαια δύναμη της φυλής, το «δε βαριέσαι», πλέον διαθέσιμο και σε millennial εκδοχές, Gen Z παραλλαγές και με συνδεσιμότητα Apple CarPlay.
Φτιάξαμε αυτοκινητοδρόμους, τρυπήσαμε βουνά, περάσαμε γέφυρες πάνω από χαράδρες, βάλαμε σήραγγες, ηλεκτρονικά διόδια, κάμερες. Το δύσκολο τεχνικό κομμάτι, λίγο-πολύ, το λύσαμε. Photo: eurokinnisi/Αντώνης Νικολόπουλος
Τα ειδικά χαρακτηριστικά του Ελληνα οδηγού
Πρώτος και καλύτερος, ο άρχοντας της μεσαίας . Μπαίνει στον αυτοκινητόδρομο κάπου στη Μεταμόρφωση, πιάνει τη μεσαία λωρίδα και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να την εγκαταλείψει στη Λάρισα. Δεν βιάζεται, δεν ενοχλεί κανέναν -κατά τη γνώμη του-, κινείται με τα 110 χλμ./ώρα που έχει αποφασίσει ότι είναι η σωστή ταχύτητα για την περίσταση και κυρίως δεν καταλαβαίνει γιατί όλοι οι άλλοι έχουν νεύρα. Δεξιά του μπορεί να υπάρχει μια λωρίδα άδεια μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, αλλά αυτό δεν τον αφορά. Η δεξιά είναι για φορτηγά, για όσους βγαίνουν στην επόμενη έξοδο και πιθανόν για ανθρώπους χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Εκείνος έχει πληρώσει διόδια, δικαιούται τη μεσαία λωρίδα, πάει και τελείωσε. Και αν προσπαθήσεις να τον συνετίσεις, θα σε κοιτάξει με ύφος «εγώ; τι έκανα»;.
Υπάρχει άλλωστε κάτι καθησυχαστικό στη μεσαία λωρίδα. Δεξιά έχεις φορτηγά και εξόδους, αριστερά έχεις τους νευρικούς. Στο Κέντρο όλα μοιάζουν πιο ασφαλή, πιο ήσυχα, πιο βολικά. Μακριά από τις ακρότητες. Και στην Ελλάδα, ως γνωστόν, με το Κέντρο, τον πολύφερνο «μεσαίο χώρο» είχαμε πάντοτε μια ιδιαίτερη σχέση. Στον αυτοκινητόδρομο τουλάχιστον έχει αποκτήσει σταθερή εκλογική βάση.
Δίπλα του υπάρχει ο ισοβίτης της αριστερής . Διαφορετική σχολή σκέψης. Αυτός έχει αποφασίσει ότι τα 117 χλμ./ώρα είναι μια απολύτως λογική ταχύτητα και, αφού είναι λογική για εκείνον, οφείλει να είναι λογική και για όλους τους υπόλοιπους. Πηγαίνει λοιπόν αριστερά, με τη μεσαία κενή, ενίοτε και τη δεξιά κενή, και πίσω του σχηματίζεται σιγά σιγά μια μικρή πομπή. Κοιτάζει τον καθρέφτη, βλέπει δέκα αυτοκίνητα και δεν προβληματίζεται. Αντιθέτως, συχνά αισθάνεται μια περίεργη ηθική ανωτερότητα. «Πού πάνε όλοι αυτοί;». Το ότι απλά θέλουν να πάνε λίγο πιο γρήγορα από αυτόν, δεν περνά καθόλου από το μυαλό του.
Ο βιαστικός, αυτός διακτινίζεται ξαφνικά στον καθρέφτη σου. Εκεί που πριν υπήρχε ένας μικρός μαύρος κόκκος στον ορίζοντα, τώρα διακρίνεις το σήμα στη μάσκα του και σχεδόν τι μουσική ακούει. Photo: eurokinissi/Ραφαήλ Γεωργιάδης
Η αριστερή λωρίδα έχει άλλωστε μια περίεργη κοινωνική γοητεία. Για αρκετούς δεν είναι λωρίδα προσπέρασης αλλά τίτλος ιδιοκτησίας. Κάτι σαν το ρετιρέ του αυτοκινητοδρόμου. Κανείς από αριστερά, καλή θέα μπροστά και η ευχάριστη αίσθηση ότι ανήκεις στους γρήγορους, ακόμη κι όταν πίσω σου έχει δημιουργηθεί ουρά από καμιά δεκαριά φρικαρισμένους οδηγούς. Μερικοί μάλιστα θεωρούν ότι από τη στιγμή που κινούνται κοντά στο όριο ταχύτητας αποκτούν και θεσμική αρμοδιότητα να το επιβάλουν στους υπόλοιπους, ένα είδος κινητού μπλόκου της Τροχαίας. «Με 120 πάω, πού θέλει να πάει αυτός;» είναι το ακαταμάχητο επιχείρημά του. Και απέναντι σε τέτοια ακλόνητη λογική, δεν έχεις και πολλά να προσθέσεις.
Υπάρχει μάλιστα και η πιο εξελιγμένη εκδοχή, ο τιμωρός της αριστερής . Βλέπει κάποιον να πλησιάζει γρήγορα από πίσω, έχει χώρο να πάει δεξιά, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή ανακαλύπτει την κοινωνική του αποστολή. Δεν μετακινείται, καμιά φορά κόβει και λίγο. Θα σου μάθει εκείνος να μην τρέχεις. Από εκεί και πέρα η οδήγηση έχει φύγει από το πεδίο της κυκλοφορίας και έχει περάσει στη λαϊκή απονομή δικαιοσύνης. Άσε που το «παιχνίδι» χοντραίνει πολύ και γίνεται άκρως επικίνδυνο (και τιμωρείται από τον ΚΟΚ, παρά τα «νόμιμα» χιλιόμετρα).
Κάπου εκεί μπαίνει στην σκηνή ο φυσικός του εχθρός: ο βιαστικός . Αυτός διακτινίζεται ξαφνικά στον καθρέφτη σου. Εκεί που πριν υπήρχε ένας μικρός μαύρος κόκκος στον ορίζοντα, τώρα διακρίνεις το σήμα στη μάσκα του και σχεδόν τι μουσική ακούει. Δεν πιστεύει ιδιαίτερα στην έννοια της απόστασης ασφαλείας, θεωρεί το φλας κάτι ανάμεσα σε διακοσμητικό στοιχείο και προσωπική αδυναμία και έχει αναπτύξει μια πολύ ιδιαίτερη γλώσσα επικοινωνίας με τα μεγάλα φώτα. Δεν σου ζητά ακριβώς να κάνεις δεξιά. Σου επιβάλλει την απόφασή του, και εσύ πρέπει να υπακούσεις θες δεν θες.
Ολοι θεωρούν πως οδηγούν σωστά. Ο μεσαίος είναι συνετός, ο αριστερός νόμιμος. ο γρήγορος ικανός, ο σλάλομ έμπειρος και ο τύπος της ΛΕΑ έξυπνος. Photo: eurokonissi/ Δήμητρα Κούτρα
Κάπου εδώ αρχίζει η κλασική ελληνική τραγωδία. Ο αργός αριστερός πεισμώνει επειδή «σιγά μην κάνω στην άκρη για τον κάγκουρα», ο βιαστικός κολλάει ακόμη περισσότερο επειδή «θα σου δείξω εγώ», ο μεσαίος συνεχίζει ατάραχος τη ζωή του και η δεξιά παραμένει αδειανή. Τρεις λωρίδες, τέσσερις χαρακτήρες και μια χώρα που κατάφερε να μετατρέψει την οδήγηση σε ψυχαναλυτική συνεδρία χωρίς κανείς από τους συμμετέχοντες να έχει κλείσει ραντεβού. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη τύπος, μία ιδιαίτερη περίπτωση: ο εξόριστος στη δεξιά λωρίδα . Κινείται κανονικά δεξιά και ξαφνικά διαπιστώνει ότι μπροστά του δεν υπάρχει κανείς για εκατοντάδες μέτρα. Την ίδια στιγμή, στη μεσαία κινούνται έξι αυτοκίνητα στη σειρά και στην αριστερή άλλα τέσσερα προσπαθούν να τα προσπεράσουν. Βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε ένα φιλοσοφικό δίλημμα που ούτε ο Σαρτρ δεν είχε προβλέψει. Συνεχίζει κανονικά και περνά από δεξιά τους αργούς της μεσαίας κάνοντας παρανομία; Ή πρέπει να κάνει αριστερά, ξανά αριστερά, να προσπεράσει και μετά δύο λωρίδες πάλι δεξιά, εκτελώντας τέσσερις αλλαγές λωρίδας επειδή κάποιος άλλος βαριέται να κάνει μία;
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο του lane hogging: ένας οδηγός που κάθεται χωρίς λόγο στη μεσαία αναγκάζει εκείνον που κινείται σωστά δεξιά να αλλάξει συνολικά τέσσερις φορές λωρίδα για να τον προσπεράσει κανονικά. Κι έτσι η δεξιά λωρίδα των ελληνικών αυτοκινητοδρόμων έχει αποκτήσει μια εντελώς σουρεαλιστική ιδιότητα. Θεωρητικά είναι η λωρίδα κανονικής κυκλοφορίας. Πρακτικά, σε αρκετές στιγμές της ημέρας, είναι η πιο άδεια και άρα μοιάζει με λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας. Ένα είδος VIP bypass που υπάρχει ακριβώς επειδή σχεδόν κανείς δεν θέλει να πάει εκεί. Μόνο που το προσπέρασμα από δεξιά δεν γίνεται ξαφνικά σωστό επειδή ο άλλος αρνείται να ξεκολλήσει από τη μεσαία.
Το μεγάλο έπος των δύο φορτηγών
Το έχουμε ζήσει όλοι. Μπροστά σου μια νταλίκα κινείται με 89 χλμ./ώρα. Πίσω της μια άλλη με 89,7. Ο οδηγός της δεύτερης κάνει τους υπολογισμούς του, βλέπει την ευκαιρία και βγαίνει να προσπεράσει. Ακολουθούν μερικά από τα πιο αργά δευτερόλεπτα που έχει γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία. Οι δύο νταλίκες ταξιδεύουν δίπλα δίπλα, η μία κερδίζει περίπου μισό προφυλακτήρα ανά γεωλογική περίοδο και πίσω τους σχηματίζεται μια μικρή κοινωνία ανθρώπων που έχουν προλάβει να γνωριστούν, να ερωτευτούν και να κάνουν παιδιά. . Υπάρχει φυσικά και ο τύπος σλάλομ . Θεωρεί τις λωρίδες μια απλή γραφιστική πρόταση της οδοποιίας. Δεξιά, μεσαία, αριστερά, πάλι μεσαία, λίγο δεξιά, δύο αυτοκίνητα μαζί, φλας προαιρετικό. Δεν ταξιδεύει, μοιάζει να κάνει qualifying στο δικό του video game. Έχει μάλιστα εκείνη τη χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση ανθρώπου που πιστεύει ότι δεν κινείται επικίνδυνα, απλώς οι υπόλοιποι είναι λίγο αργοί για να καταλάβουν το ταλέντο του. Συνήθως θα τον ξαναβρείς δεκαπέντε χιλιόμετρα αργότερα μπροστά σου στα διόδια, έχοντας κερδίσει μερικές θέσεις και περίπου έντεκα δευτερόλεπτα από τη ζωή του. Αν είχε επενδύσει την ίδια ενέργεια σε κάτι παραγωγικό, ίσως να ήταν πιο χρήσιμος -και λιγότερο επικίνδυνος- για την ανθρωπότητα.
Ο οδικός άξονας Ε65 ο οποίος διέρχεται από την φράγμα Σμοκόβου. Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει ένα οδικό δίκτυο που πριν από μερικές δεκαετίες έμοιαζε επιστημονική φαντασία. Photo: eurokinnisi/Αντώνης Νικολόπουλος
Και κάπου εδώ περνάει από δεξιά μας ο έξυπνος της ΛΕΑ . Είναι ένας από τους πιο αυθεντικούς χαρακτήρες του ελληνικού δρόμου, γιατί η συμπεριφορά του στηρίζεται σε μια ακλόνητη πεποίθηση, ότι οι υπόλοιποι είναι κορόιδα. Βλέπει δύο χιλιόμετρα μποτιλιάρισμα, εκατοντάδες αυτοκίνητα στη σειρά και δίπλα μια ολόκληρη άδεια λωρίδα. Ο έξυπνος της ΛΕΑ δεν θεωρεί βέβαια ότι παρανομεί. Θεωρεί ότι αξιοποιεί μια ευκαιρία. Εκεί βρίσκεται όλη η ομορφιά του χαρακτήρα. Γιατί ο κανόνας, στο μυαλό του, δεν χωρίζει τους νόμιμους από τους παράνομους. Χωρίζει τους έξυπνους από τους χαζούς. Είναι η ίδια σχολή που έχει δημιουργήσει το «δύο λεπτά θα κάνω», το «να, εδώ δίπλα είμαι», το «έχω αλάρμ» και το μνημειώδες «πού να το βάλω δηλαδή;». Η ΛΕΑ απλώς προσφέρει στη συγκεκριμένη φιλοσοφία περισσότερο χώρο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Τουλάχιστον μέχρι να ανάψει το μπλε «καρούμπαλο» πίσω του από την Τροχαία που πλέον καραδοκεί και έχει περιορίσει σημαντικά αυτό το χούι της ελληνικής οδηγικής πανίδας.
Το ωραίο είναι ότι όλοι αυτοί θεωρούν πως οδηγούν σωστά. Ο μεσαίος είναι συνετός. Ο αριστερός νόμιμος. Ο γρήγορος ικανός. Ο σλάλομ έμπειρος. Ο τύπος της ΛΕΑ έξυπνος. Και η νταλίκα απλώς κάνει τη δουλειά της. Κανείς δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι πάντα οι άλλοι. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται κάτι πολύ πιο ελληνικό από τη λάθος χρήση μιας λωρίδας, η ακατανίκητη βεβαιότητα ότι ο κανόνας είναι σωστός, αρκεί να τον εφαρμόζουν οι γύρω μας. Φτιάξαμε στο μεταξύ αυτοκινητοδρόμους, τρυπήσαμε βουνά, περάσαμε γέφυρες πάνω από χαράδρες, βάλαμε σήραγγες, ηλεκτρονικά διόδια, κάμερες και πινακίδες μεταβλητών μηνυμάτων. Περάσαμε από τον Αχλαδόκαμπο και την Κατάρα σε ένα οδικό δίκτυο που πριν από μερικές δεκαετίες έμοιαζε επιστημονική φαντασία. Το δύσκολο τεχνικό κομμάτι, λίγο-πολύ, το λύσαμε.
Μένει τώρα το απλούστερο. Να πείσουμε τον Έλληνα ότι η δεξιά λωρίδα δεν δαγκώνει, η μεσαία δεν δηλώνεται στο Ε9 και η αριστερή δεν περνάει στο όνομά του μαζί με την άδεια κυκλοφορίας. Και αυτό, φοβάμαι, μπορεί να πάρει άλλα εβδομήντα χρόνια.
Πηγή: flamis.gr

