Λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες εκλογές της 21ης Μαίου και η υπόθεση των υποκλοπών είχε σβήσει από την επικαιρότητα. Κανείς ουσιαστικά δεν έδινε σημασία σε διάσπαρτα πυρά κυρίως από τον Νίκο Ανδρουλάκη και λιγότερο από τον Αλέξη Τσίπρα. Η προεκλογική περίοδος εξελισσόταν ομαλά, σχεδόν «βουβά» και με θέματα όπως οι «Δήμητρες» και τα «τοπικά νομίσματα» ή η κοστολόγηση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
Το debate, ένα άχρωμο κατά τα άλλα τηλεοπτικό προϊόν, όμως, έφερε στο φως για τα καλά την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Μια ατάκα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, ότι πρέπει να πάνε φυλακή όσοι εμπλέκονται στο σκάνδαλο αλλά και η παραδοχή του πρωθυπουργού, ότι οι παρακολουθήσεις ήταν εθνικό σκάνδαλο για το οποίο δεν δόθηκαν αρκετές απαντήσεις, προκαλεί χαμό στο πολιτικό τοπίο.
Και αλλάζει επί της ουσίας την ατζέντα για τις επόμενες 11 ημέρες. Αλλωστε, το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας έσπευσε να κάνει on camera σκληρή δήλωση για τις υποκλοπές και για όσα ειπώθηκαν (ή δεν ειπώθηκαν) στην τηλεμαχία της Τετάρτης, δείχνει ότι η αντιπολίτευση θέλει να εκμεταλλευτεί το momentum.
Στρατηγική
Η αλήθεια είναι ότι η ανακίνηση του «θαμμένου» σκανδάλου των παρακολουθήσεων, οφείλεται στον Νίκο Ανδρουλάκη ο οποίος φαίνεται ότι στο debate πήγε με συγκεκριμένη στρατηγική. Δηλαδή να αναδείξει ξανά την υπόθεση και να στριμώξει την κυβέρνηση. Κάποιοι καταλογίζουν στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ θυμό διότι υπήρξε ο ίδιος θύμα των υποκλοπών.
Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, να είναι πρόκειται για μείζονος σημασίας θέμα που αφορά την δημοκρατική ομαλότητα και αγγίζει πολλούς ψηφοφόρους. Και το τέχνασμα Ανδρουλάκη να επιμένει στην υπόθεση καθ’ όλη τη διάρκεια του debate εκτός από το γεγονός ότι άναψε τις πολιτικές φωτιές, ουσιαστικά «έσωσε» και την τηλεμαχία.
Στο Μαξίμου δεν θα ήθελαν με τίποτε να ανακινηθεί το θέμα, και δεν αποκλείεται να επιχειρήσουν να αλλάξουν ξανά την πολιτική ατζέντα.
Κάτι που δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί.
Εξυπνα κινούμενος ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να «οικειοποιηθεί» και πάλι τον αγώνα για διαφάνεια και λογοδοσία όσων ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο.
Το ίδιο θα κάνει τις επόμενες ώρες και ο Νίκος Ανδρουλάκης ο οποίος τώρα θα πιεστεί περισσότερο να δώσει ονόματα εκείνων που πρέπει να πάνε φυλακή για τις υποκλοπές.
Προφανώς και δεν θα το πράξει, θα κινηθεί απόλυτα θεσμικά απαντώντας ότι η Δικαιοσύνη έχει το λόγο για να βρει τους υπαίτιους του σκανδάλου.
Το πρωί, πάντως, μιλώντας στον Σκάι ο κ. Ανδρουλάκη τόνισε πώς έχει πικρία, όχι προσωπική αλλά για την έλλειψη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που είναι εκτός της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Εξέφρασε την ελπίδα ότι θα ζητήσουν συγγνώμη όλα εκείνα τα στελέχη της ΝΔ που εξαπέλυσαν εις βάρος του δηλητηριώδεις επιθέσεις με αναρτήσεις και σχόλια. Επανέλαβε ότι έχει εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη ωστόσο παρατήρησε πως πρέπει η ίδια να εξηγήσει γιατί, αφού ο πρωθυπουργός λέει ότι δεν είναι εθνικός κίνδυνος γιατί η εισαγγελέας κ. Βλάχου υπέγραψε το αίτημα του πρώην διοικητή της ΕΥΠ, κ. Κοντολέων, να τον παρακολουθούν. Πρόσθεσε ότι επιμένει να ζητάει ποινικές ευθύνες για εκείνους που το διέπραξαν και πως αυτές θα τις αποδώσει η Δικαιοσύνη. «Δεν τις απονέμουν τα κόμματα», συμπλήρωσε.
Σε κάθε περίπτωση, του πιστώνεται θετικά το γεγονός ότι από το debate και έπειτα η μόνη συζήτηση που γίνεται αφορά την υπόθεση των παρακολουθήσεων που είχε «παγώσει» το προηγούμενο διάστημα. Ακόμη και μετά την έκθεση της επιτροπής Pega, η κυβέρνηση ήθελε να ρίχνει τη μπάλα στην εξέδρα, όμως, τώρα βρίσκεται ξανά στριμωγμένη στα σχοινιά.
H «στροφή» που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με όσα είπε στην τηλεμαχία, δείχνει ότι δεν έγινε τυχαία, ότι δεν ήταν μια λανθασμένη αναφορά υπό την πίεση του χρόνου.
Αλλά ήταν μια στρατηγική επιλογή να «χρεώσει» το σκάνδαλο σε όσους ενεπλάκησαν σε αυτό, ξεκινώντας από τον πρώην διευθυντή του γραφείου του, Γρ. Δημητριάδη, αλλά και του πρώην επικεφαλής της ΕΥΠ, κ. Κοντολέοντα.
