Ήταν κάτι νύχτες με φεγγάρι μες τα θερινά τα σινεμά, … με αγιόκλημα και γιασεμιά. Το χαλίκι, οι ψάθινες καρέκλες και η παγωμένη λεμονάδα δημιουργούσαν το σκηνικό της αυλής ή της ταράτσας κάτω από τον Πατραϊκό ουρανό. Στην οθόνη, ο Βουτσάς, η Καρέζη, η Βουγιουκλάκη, ο Βέγγος και ο Μπάρκουλς εναλλάσσονταν με τα μεγάλα χολιγουντιανά μελοδράματα και τα ιταλικά γουέστερν.
Και κάπως έτσι ήταν οι καλοκαιρινές νύχτες στην Πάτρα. Νύχτες που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί
Η ιστορία του σινεμά στην Πάτρα είναι παλιά και πολύ ενδιαφέρουσα. Την προσέγγισε ο δημοσιογράφος Γιάννης Μουγγολιάς, γνωστός λάτρης του σινεμά, ο οποίος συνέλεξε άπειρο υλικό για να γράψει το βιβλίο του «100 χρόνια κινηματογράφος στην Πάτρα» και να παραδώσει μαρτυρίες, ντοκουμέντα και φυσικά φωτογραφίες που αναζήτησε σε όλες τις πιθανές και απίθανες γωνιές.
Ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα λοιπόν, όταν η Πάτρα είδε για πρώτη φορά εικόνες να κινούνται, στην εξέδρα του μόλου, εκεί όπου τότε χτυπούσε η καρδιά της πόλης...

Η χρυσή εποχή των θερινών σινεμά της Πάτρας ξεκίνησε δυναμικά μετά τον πόλεμο και κορυφώθηκε τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα του Γιάννη Μουγγολιά, στην πόλη λειτούργησαν συνολικά δεκάδες κινηματογράφοι, φτάνοντας το εντυπωσιακό νούμερο των 44 αιθουσών σε ακμή γύρω στο 1970. Σήμερα, το σκηνικό έχει αλλάξει εντελώς. Οι αυλές δεν υπάρχουν πια και οι οθόνες έχουν μετατραπεί σε σούπερ μάρκετ , απρόσωπες πολυκατοικίες και πολυκαταστήματα. Οι τίτλοι τέλους έπεσαν οριστικά
Τα χαρακτηριστικά των θερινών σινεμά
Η λειτουργία των θερινών σινεμά της εποχής εκείνης βασιζόταν σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο που συνδύαζε την αστική ψυχαγωγία με τη φύση. Οι χώροι αυτοί χαρακτηρίζονταν από:
• Φυσικούς Φράκτες: Οι μαντρότοιχοι καλύπτονταν συστηματικά από αναρριχώμενα φυτά, με το γιασεμί και το νυχτολούλουδο να λειτουργούν ως φυσικά αρωματικά χώρου.
• Υποδομή: Η επίστρωση του εδάφους γινόταν με λευκό χαλίκι για λόγους καθαριότητας και αποστράγγισης, ενώ χρησιμοποιούνταν οι κλασικές ξύλινες ή ψάθινες καρέκλες σκηνοθέτη.
• Τοπική Οικονομία: Τα κυλικεία των κινηματογράφων αποτελούσαν αυτόνομους πόρους εσόδων, εισάγοντας στην καθημερινότητα της εποχής προϊόντα όπως οι τοπικές γκαζόζες, το «υποβρύχιο» βανίλια και οι ξηροί καρποί (πασατέμπος).

Μαρτυρίες και Αποσπάσματα από τον Τύπο της Εποχής
Ο τοπικός τύπος της Πάτρας αποτύπωνε καθημερινά τον παλμό αυτής της ιδιότυπης μυσταγωγίας.
«Η κίνηση χθες βράδυ εις τα θερινά θέατρα της πόλεώς μας υπήρξε πρωτοφανής. Η ζέστη ανάγκασε τους Πατρινείς να κατακλύσουν τας υπαιθρίους αιθούσας. Εις τον "Έσπερον", ο συνωστισμός ήτο τοιούτος ώστε επιστρατεύθησαν επιπλέον καρέκλαι από τα γειτονικά καφενεία. Οι θεαταί παρακολουθούσαν μετά προσοχής, ενώ η ευωδία του γιασεμιού από τους πέριξ τοίχους έκανε την ατμόσφαιραν θεσπεσίαν...»
Οι παλιοί μηχανικοί προβολής θυμούνται τις δυσκολίες αλλά και τη μαγεία της δουλειάς:
«Αν έπιανε ένα ξαφνικό μπουρίνι, έπρεπε μέσα σε δευτερόλεπτα να προστατεύσουμε τη μηχανή και το φιλμ. Ο κόσμος δεν έφευγε αμέσως• έπαιρνε τις καρέκλες, έτρεχε κάτω από τα υπόστεγα του κυλικείου και περίμενε να περάσει η μπόρα για να συνεχιστεί το έργο».
Η Επέλαση της αντιπαροχής
Θρυλικοί θερινοί κινηματογράφοι: Έσπερος , Αελλώ, Ζενίθ, Ουφα, Ακροπόλ, Αλάμπρα και πολλοί άλλοι αποτελούν ξεχωριστές σελίδες στο βιβλίο της ιστορίας της Πάτρας για να μας θυμίζουν όλα αυτά που επιτρέψαμε ως πόλη να χαθούν.
Η παρακμή του θεσμού ήταν αναπόφευκτο γεγονός και δεν επήλθε ξαφνικά. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1980, το σύστημα της αντιπαροχής μετέτρεψε τα οικόπεδα των κινηματογράφων σε πολυκατοικίες. Παράλληλα, η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης περιόρισε δραματικά την προσέλευση του κοινού.
Τα θερινά σινεμά ζωντανά κύτταρα σε διάφορες ελληνικές πόλεις
Ενώ στην αχαϊκή πρωτεύουσα οι παραδοσιακές αυλές του κέντρου ουσιαστικά εξαφανίστηκαν, σε άλλες μεγάλες πόλεις τα θερινά σινεμά όχι μόνο άντεξαν στην πίεση της αντιπαροχής, αλλά αποτελούν μέχρι σήμερα κεντρικά τοπόσημα της καλοκαιρινής ζωής, προσελκύοντας χιλιάδες θεατές.

Η εικόνα ανά την Ελλάδα διαμορφώνεται ως εξής:
Η Αθήνα αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, καθώς διατηρεί 60 έως 100 ενεργά θερινά σινεμά. Πολλά από αυτά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία με κρατικές αποφάσεις, γλιτώνοντας οριστικά από το μπετόν.
Στη Θεσσαλονίκη, λειτουργούν σήμερα 13 θερινές αίθουσες. Παράλληλα, ο θεσμός «Σινεμά με Θέα» στο roof garden του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης αναβάθμισε την εμπειρία της κινηματογραφικής προβολής.
Ο Βόλος διαθέτει ένα από τα πιο όμορφα και ιστορικά θερινά σινεμά της ελληνικής επαρχίας, το Σινέ Εξωραϊστική. Διαθέτει μια μοναδική αμφιθεατρική διαρρύθμιση με διαζώματα, πνιγμένη στο πράσινο, ακριβώς στην καρδιά της πόλης, και αποτελεί το απόλυτο καλοκαιρινό σημείο αναφοράς για τους Βολιώτες.
Στη Λάρισα, η διατήρηση της θερινής οθόνης βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην τοπική αυτοδιοίκηση και τις κινηματογραφικές λέσχες, με τον Θερινό Κινηματογράφο του Μύλου
Οι μεγάλες πόλεις της Κρήτης κράτησαν ζωντανή την παράδοση, συνδυάζοντας τα τείχη και την ιστορική αρχιτεκτονική με τις προβολές.
Στο Ηράκλειο, ο δημοτικός θερινός κινηματογράφος Βηθλεέμ λειτουργεί πάνω στα ενετικά τείχη, προσφέροντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Στα Χανιά, ο δημοτικός κινηματογράφος Κήπος (μέσα στον Δημοτικό Κήπο της πόλης από το 1913) αποτελεί έναν από τους παλαιότερους και πιο καλοδιατηρημένους πνεύμονες πολιτισμού στο νησί.
Γιατί Άντεξαν σε Άλλες Πόλεις και Όχι στην Πάτρα;
Οι άλλες πόλεις εκμεταλλεύτηκαν και χρησιμοποίησαν εγκαίρως το νομικό πλαίσιο. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, πολλά οικόπεδα χαρακτηρίστηκαν έγκαιρα από το Υπουργείο Πολιτισμού ως «διατηρητέοι χώροι χρήσης ως θερινοί κινηματογράφοι». Αυτό σήμαινε ότι ακόμη κι αν το σινεμά πουλιόταν, ο νέος ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να χτίσει πολυκατοικία• έπρεπε να το λειτουργήσει υποχρεωτικά ως θερινό σινεμά. Στην Πάτρα, αυτή η νομική ασπίδα δεν χρησιμοποιήθηκε εγκαίρως.
Από την άλλη πλευρά πόλεις όπως η Λάρισα, τα Χανιά και το Ηράκλειο δημιούργησαν σταθερούς δημοτικούς θερινούς κινηματογράφους σε δικά τους οικόπεδα/πάρκα. Αντίθετα, η Πάτρα στράφηκε στη λύση του Κινητού Κινηματογράφου, ο οποίος στερείται της σταθερής, παραδοσιακής αυλής με το γιασεμί και το μόνιμο χαλίκι

