Ας ξεχάσουμε (ξανά) την Κεντροαριστερά

Κύρκος Δοξιάδης*


Ενα από τα κύρια σημεία του προηγούμενου άρθρου μου στην «Εφ.Συν.» (19.2.2019, «Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά») ήταν, πολύ συνοπτικά, το εξής: στην παρούσα, νεοφιλελεύθερη, φάση του καπιταλισμού η πολιτική της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και της βαθμιαίας κατάργησης της δημοσιονομικής λιτότητας δεν μπορεί παρά να αποτελεί κεντρική συνιστώσα της στρατηγικής της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ετσι διατυπωμένη, χωρίς δηλαδή κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις, τούτη η θέση είναι παρερμηνεύσιμη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αυτό σημαίνει ότι υποστηρίζω πως η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να μετατραπεί σε σοσιαλδημοκρατικό ή «κεντροαριστερό» κόμμα –έστω «κανονικού» τύπου και όχι νεοφιλελευθεροποιημένου. «Χυδαϊστί», πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει ένα νέο ΠΑΣΟΚ στη θέση του παλαιού.

Η κεντρική θέση βέβαια του άρθρου μου ήταν περίπου η αντίστροφη. Οχι απλώς πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει (ή μήπως να ανακτήσει;) τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του, αλλά, ακριβώς επειδή η πάλαι ποτέ πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας τώρα αναπόφευκτα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δικής του στρατηγικής, η δεύτερη δεν έχει πλέον καν λόγο ύπαρξης.

Τούτη η θέση μοιάζει παράδοξη αν αντιμετωπιστεί σύμφωνα με μια παραδοσιακή αντίληψη της Αριστεράς περί στρατηγικής και συμμαχιών, η οποία στηριζόταν στην περίφημη «θεωρία των σταδίων». Μέχρι και το στάδιο της «αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας» η Αριστερά συμμαχεί με τη σοσιαλδημοκρατία, που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μεσαίων τάξεων οι οποίες τάσσονται από τη φύση τους εναντίον των πολυεθνικών και των μονοπωλίων. Η σοσιαλδημοκρατία κρινόταν λοιπόν ως δομικά απαραίτητη για το στρατηγικό σχέδιο της Αριστεράς.

Η σύγχρονη θεωρία και η συνακόλουθη στρατηγική της Αριστεράς έχουν απαλλαγεί από τα νομοτελειακά -και κατά τούτο «επιστημονικά» προβλέψιμα- σχήματα της ιστορικής εξέλιξης. Στρατηγικός στόχος της σύγχρονης Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως αυτός είναι στη σύγχρονη εποχή και όπως θα είναι στο προβλεπτό μέλλον. Από εκεί και πέρα βλέπουμε. Το αν θα υπάρξει «ενδιάμεσο στάδιο» ενός καπιταλισμού «με κοινωνικό πρόσωπο» όπως κατά τη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας (ή και κάτι πιο προχωρημένο) ή αν η ανατροπή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε τόσο ριζικές αλλαγές ώστε να ανοίξει «απευθείας» ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό, δεν είμαστε προφήτες για να το προβλέψουμε.

Αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι που τώρα προσδίδει στην αντινεοφιλελεύθερη πολιτική τον ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό και δυνάμει συγκρουσιακό χαρακτήρα της. Ο,τι παλιότερα πρόβαλλε ως συναινετικό, κρινόταν ως «ρεφορμιστικό» και στο πλαίσιο του τότε υπάρχοντος καπιταλισμού λειτουργούσε προς όφελος της αναπαραγωγής του, τώρα είναι άμεσα απειλητικό για το σύστημα. Η άνοδος της Ακροδεξιάς στη χώρα μας και στην Ευρώπη θα πρέπει να ιδωθεί και σε αυτή την προοπτική.

Εκτός από την άκρως επικίνδυνη «διέξοδο» που προσφέρει στους απελπισμένους που έχουν περιθωριοποιηθεί από το νεοφιλελεύθερο σύστημα, ο φασισμός στις μέρες μας είναι και «η έσχατη λύση» προς την οποία το ίδιο το σύστημα μοιάζει να «λοξοκοιτάζει» προκειμένου να επιβάλει τις πολιτικές του, στον βαθμό που οι τελευταίες καθίστανται ολοένα και λιγότερο δημοφιλείς. Στην Ελλάδα αυτή η τάση παρατηρείται κυρίως με την ακροδεξιά μετεξέλιξη της ούτως ή άλλως νεοφιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών από ήδη ακροδεξιά κόμματα. Προς τη μια ή προς την αντίστροφη κατεύθυνση το «πάντρεμα» νεοφιλελευθερισμού και Ακροδεξιάς το βλέπουμε να συντελείται με ασύμμετρο έστω ρυθμό. Ο νεότευκτος «νεοφιλοφασισμός» είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σύγχρονος καπιταλισμός αναδιοργανώνεται για να αποκρούσει βίαια πολιτικές που πριν από μερικές δεκαετίες γίνονταν αποδεκτές ως συμβάλλουσες στην κοινωνική ειρήνη.

Οταν συμπαρατάσσεται έτσι ο αντίπαλος, αντίστοιχη οφείλει να είναι και η συμπαράταξη της Αριστεράς. Προφανώς θα ήταν ολέθριο σφάλμα κάθε νεοφιλελεύθερος να κρίνεται ως φασίστας ή έστω δυνάμει σύμμαχος των φασιστών. Πλάι όμως στον αδιαπραγμάτευτο και φανατικό αντιφασισμό της, η Αριστερά ας συντάσσει με αδιαλλαξία τον αντινεοφιλελευθερισμό της. Σε επίπεδο τακτικής πράττει υπέροχα όταν χειροκροτάει τον Νίκο Δένδια στην επίθεσή του εναντίον της Χρυσής Αυγής ή όταν κατακεραυνώνει τους χρυσαυγίτες που «ηθικολογούν» εναντίον της Ν.Δ. Στις στρατηγικές συμμαχίες όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά.

«Δεν μπορούμε να παραμελήσουμε τη δημοσιονομική πειθαρχία, πώς να το κάνουμε.» «Ολοι ξέρουμε ότι έχουμε υπερτροφικό δημόσιο τομέα που χρειάζεται νοικοκύρεμα». «Μήπως να ξανασκεφτούμε το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων;» Κουβέντες που ψιθυρίζονται από «συμμαχικά», «κεντροαριστερά» στόματα μαζί με τα «συμπαθητικά» σχόλια τώρα που επιτέλους απαλλάχτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ από τους ΑΝ.ΕΛΛ. –ή, ακόμα καλύτερα, τώρα που απέδειξε ότι μπορεί να εφαρμόζει νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

www.efsyn.gr