Η δικαιοσύνη ως θέαμα
Η δημοσιότητα, πολλές φορές, μετατρέπει την αλήθεια σε εμπόρευμα και το ερώτημα που σφηνώνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι μόνο τι αποκαλύπτεται, αλλά ποιος ωφελείται από την αποκάλυψη.
Το 2006, όταν η τηλεόραση έχει αρχίσει να ανακαλύπτει τη μεθυστική δύναμη του πραγματικού και να μετατρέπει την ανθρώπινη αδυναμία σε θέαμα, ο Κρις Χάνσεν (Ρόμπερτ Πάτινσον) βρίσκεται μπροστά σε μια ευκαιρία που μοιάζει με δημοσιογραφική αποστολή και σταδιακά αποκτά τις διαστάσεις εμμονής. Παρουσιαστής του το «Catch a Predator», ο Χάνσεν αποφασίζει να στήσει μια σειρά από παγίδες για άνδρες που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο προκειμένου να προσεγγίσουν ανήλικα παιδιά. Η κάμερα είναι εκεί από την αρχή. Καταγράφει τα πάντα, από την αναμονή, την είσοδο των υπόπτων, τη στιγμή της αποκάλυψης, την αμηχανία, τον φόβο, ως την τελική πτώση.
Στην αρχή, όλα μοιάζουν απλά. Υπάρχει ένας θηρευτής, υπάρχει ένα θύμα που πρέπει να προστατευθεί και υπάρχει ένας δημοσιογράφος αποφασισμένος να αποκαλύψει την αλήθεια. Όμως, καθώς οι επιχειρήσεις πολλαπλασιάζονται και η εκπομπή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη απήχηση, η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης αρχίζει να μετατοπίζεται. Δεν αρκεί πλέον η σύλληψη, χρειάζεται η αποκάλυψη. Δεν αρκεί η αποκάλυψη, χρειάζεται το πλάνο. Και τέλος δεν αρκεί το πλάνο, αν δεν μπορεί να γίνει τηλεοπτικό γεγονός.
Ο Χάνσεν, βρίσκεται έτσι παγιδευμένος σε έναν κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Η αυτοπεποίθηση του παρουσιαστή συναντά την αμφιβολία του ανθρώπου, καθώς η επιτυχία αρχίζει να αποκτά το δικό της τίμημα. Πίσω από τα λαμπερά φώτα του στούντιο, η ομάδα παραγωγής παλεύει με ερωτήματα που κανένα υψηλό νούμερο τηλεθέασης δεν μπορεί να απαντήσει, πού τελειώνει η δημοσιογραφία και πού αρχίζει η εκμετάλλευση; Πότε η δημόσια καταδίκη μετατρέπεται σε δημόσιο διασυρμό; Και τι συμβαίνει όταν η κάμερα, αντί να αποκαλύπτει το σκοτάδι, αρχίζει να το έχει ανάγκη;
Ο Λανς Όπενχαϊμ κινηματογραφεί το Primetime σαν ένα σκοτεινό τηλεοπτικό όνειρο που σταδιακά μετατρέπεται σε εφιάλτη. Τα ψυχρά κάδρα, οι χώροι αναμονής, τα φώτα του πλατό και η διαρκής παρουσία των καμερών δημιουργούν την αίσθηση πως οι ήρωες δεν ζουν απλώς μια ιστορία, βρίσκονται διαρκώς υπό παρακολούθηση, αλλά αυτή η υπερστιλιζαρισμένη εικονογραφία εγκλωβίζεται τελικά σε μια μελοδραματική ευκολία. Η συγκίνηση εκβιάζεται μέσα από εξεζητημένα πλάνα, με το χτίσιμο της κορύφωσης να καταλήγει σε ένα υπεραναλυμένο, κραυγαλέα διατυπωμένο συμπέρασμα που στερεί από την ταινία το αληθινό της βάθος.
Ο Όπενχαϊμ ενδιαφέρεται περισσότερο για την ψυχολογία πίσω από το θέαμα παρά για την αναπαράσταση των γεγονότων. Η κάμερά του πλησιάζει τους ανθρώπους τη στιγμή που η βεβαιότητά τους αρχίζει να ραγίζει, αφήνοντας την αμηχανία και τη σιωπή να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη από τον διάλογο. Το αποτέλεσμα είναι ένα ασφυκτικό crime δράμα, όπου η πραγματικότητα μοιάζει συνεχώς με τηλεοπτική κατασκευή. Και όσο η κάμερα γράφει, τόσο η αλήθεια γίνεται πιο δυσδιάκριτη.
Κάτω από τα φώτα της prime time, το Primetime αναζητά όχι μόνο τους ενόχους που στέκονται μπροστά στην κάμερα, αλλά και την ευθύνη εκείνων που βρίσκονται πίσω από αυτήν. Γιατί το πιο ανησυχητικό ερώτημα της ταινίας δεν είναι ποιος παρακολουθεί ποιον, αλλά ποιος έχει τελικά ανάγκη από το θέαμα. Το Primetime ισχυρίζεται ότι όταν η απονομή δικαιοσύνης γίνεται δημόσιο θέαμα, η αλήθεια κινδυνεύει να υποταχθεί στη θεαματικότητα, τη χειραγώγηση και την ανάγκη για ακροατήριο.
Φωτογραφία: Wikimedia Commons – Alan Light · CC BY 2.0

