Τι είναι η Ελλάδα;

Ενας καλός τρόπος για να απαντήσουμε, στο αγωνιώδες πια, ερώτημα του τίτλου είναι με τη διαχρονικά αποτελεσματική, νομίζω, χρήση των… Μαθηματικών. Οπως ο Λένιν δηλαδή, με το «Σοσιαλισμός = Σοβιέτ + Εξηλεκτρισμός» ή ο Γκράμσι με το «Ηγεμονία = Κυριαρχία + Συναίνεση».

Αντίστοιχα περιεκτικό θα ήταν νομίζω να γράψουμε: Ελλάδα = (απόλυτη) Εργοδοτική Δεσποτεία + Αποτυχημένο Κράτος.

Για τον πρώτο προσθετέο η σωματική εμπειρία εκατομμυρίων εργαζομένων και ανέργων στη χώρα μας είναι εντελώς διαφωτιστική –ξέρουμε τα πάντα και είναι εξαιρετικά απίθανο να μπερδευτούμε αναφορικά με το τι συμβαίνει.

Ας μείνουμε, λοιπόν, στον δεύτερο.

Η Ελλάδα είναι Αποτυχημένο Κράτος, Failed State που λένε. Και είναι αποτυχημένο γιατί, ως προς τα ουσιώδη, είναι «μικρό» κράτος. Η Ελλάδα είναι αποτυχημένο κράτος για λόγους ακριβώς αντίθετους από αυτούς που επικαλείται η Δεξιά –όχι γιατί δεν μπορεί να ανοίξει δρόμους στην «επιχειρηματικότητα», αλλά γιατί είναι πραγματικό ελβετικό τυρί σε ό,τι αφορά την εφεκτικότητά του απέναντι στις ανάγκες και τις επιθυμίες -οσοδήποτε διαστροφικές μάλιστα- της επιχειρηματικότητας.

Το ελληνικό κράτος είναι αποτυχημένο γιατί δεν είναι «αρκετά κράτος», γιατί στην πραγματικότητα είναι διαχρονικά και σκανδαλωδώς ιδιωτικοποιημένο. Οχι μόνο στις πρακτικές του, αλλά και στη βαθιά του ιδεολογία που εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο στις πρακτικές του. Αν όλα τα καπιταλιστικά κράτη είναι γενετικώς προορισμένα να υπηρετούν ως πρώτιστη, καταστατική τους αξία τον κτητικό ατομικισμό, το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος είναι πραγματικά για το βιβλίο Γκίνες. Η κρίση ήρθε απλώς για να το «τερματίσει».

Το ελληνικό κράτος υπήρξε πάντοτε μια προκλητική μηχανή εκμετάλλευσης της κοινωνικής πλειοψηφίας με μηδαμινή ανταποδοτικότητα. Ενα κράτος που το σύνολο των εσόδων του προερχόταν από μισθωτούς και συνταξιούχους, ένα κράτος με φορολογικό σύστημα που λειτουργούσε πάντοτε με τη μέθοδο της αντίστροφης αναδιανομής, ένα κράτος το οποίο μετά τις μεταβιβαστικές παρεμβάσεις του κατάφερνε, με λίγα ακόμη όμοιά του παγκοσμίως, να κάνει τα πράγματα διανεμητικά ακόμη χειρότερα. Κι όταν ήρθε η μεγάλη κρίση, που στο «δημόσιο» σκέλος της οφειλόταν στο γεγονός πως μονίμως τα έσοδά του υστερούσαν έναντι των δαπανών προς εύνοια των ιδιοκτητριών τάξεων, και πάλι στους ίδιους τη φόρτωσε. Το ελληνικό κράτος είναι ένα κράτος-ντροπή ακόμη και με τους όρους της πιο ορντοφιλελεύθερης χριστιανοδημοκρατικής Δεξιάς.

Σήμερα λοιπόν, μετά την κρίση και τα μνημόνια, αυτό το κράτος είναι ακόμη περισσότερο αποτυχημένο με την πιο ακριβή έννοια του όρου. Οπως απέδειξαν πολλές περιστάσεις καταστροφών, με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές μάλιστα, το ελληνικό κράτος, με ελλιπέστατη χρηματοδότηση και καταρρέουσες υποδομές, αδυνατεί να υπηρετήσει ακόμη και τη στοιχειώδη κοινωνική αναπαραγωγή και προστασία. Τα πρόσφατα τρομερά συμβάντα είναι μόνο ένα παράδειγμα.

Η κυβέρνηση λοιπόν επικαλέστηκε διάφορα προκειμένου να δικαιολογηθεί, μεταξύ των οποίων και τα αυθαίρετα. Το επικαλέστηκε μόλο που είχε όλο τον χρόνο να γκρεμίσει έστω ένα από αυτά, έστω μια μάντρα που κόβει την πρόσβαση προς τη ζωή την κρίσιμη στιγμή. Και δεν έκανε τίποτε, απολύτως τίποτε επ’ αυτού. Δεν είχε και χρήματα, βλέπετε, λόγω «προγράμματος». Πράγμα που δεν απαγόρευσε, κάθε άλλο, την εκταμίευση δεκάδων εκατομμυρίων για τη χρηματοδότηση της ΑΕΚ προκειμένου να φτιάξει την «Αγια-Σοφιά» (θου, Κύριε), έστω και δέρνοντας τον Αρη Βασιλόπουλο και τους συνεργάτες του.

Δεν θα επιμείνω όμως επ’ αυτών. Είναι προφανές πως τα επιχειρήματα της κυβέρνησης είναι μηδενικής βαρύτητας. Και ως προς αυτό δεν τη σώζει ούτε η εγκληματική προπέτεια της θατσερικής μας Δεξιάς ούτε η αθλιότητα πολλών ΜΜΕ. Δεν φτάνει, δηλαδή, το «οι άλλοι είναι χειρότεροι». Είναι πολύ συγκριτικό για να κάνει διαφορά. Για να είναι κάτι χειρότερο, πρέπει να είναι συγκρίσιμο, άρα κατά κάποιον τρόπο ίδιο.

Είναι κάτι άλλο που με ενδιαφέρει να επισημάνω μέρες που έρχονται. Την 21η Αυγούστου εννοώ. Τρία χρόνια μετά. Οταν αυτοί που τώρα κυβερνούν -όχι ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτός άλλα είχε αποφασίσει στις 30 Ιουλίου 2015, για όποιον θυμάται- είπαν να «μη δραπετεύσουν». Λες κι ήταν κανένας που τους το πρότεινε.

Η κυβέρνηση αυτόν τον συγκεκριμένο ελληνικό καπιταλισμό και αυτό το συγκεκριμένο κράτος, όπως περιγράφηκε παραπάνω, επέλεξε να διαχειριστεί. Απλώς να τον διαχειριστεί χωρίς καμιά προϋπόθεση, με ναρκοθετημένη όποια δυνατότητα αναίρεσης των τερατωδών χαρακτηριστικών του, με μόνη προίκα την καλή της πρόθεση. Καλύτεροι διαχειριστές δεν αποδείχτηκαν, εκτός από το γεγονός πως η επιλογή τους συνέβαλε καθοριστικά στη μαζική αποκαρδίωση και στην κοινωνική άπνοια, ενώ εφαρμοζόταν το «πρόγραμμα» με θρησκευτική ευλάβεια.

Ενα μέρος όσων αποχώρησαν τότε υποστήριζαν πως χωρίς ριζικές, επαναστατικές κυριολεκτικά, παρεμβάσεις η ανάληψη της σκέτης διαχείρισης αυτού του κράτους δεν είναι «συμβιβασμός», αλλά συνέργεια σε κοινωνικό έγκλημα. Πως η συγκεκριμένη επιλογή δεν είχε τακτικό, αλλά στρατηγικό χαρακτήρα. Επρόκειτο όχι για υποχώρηση, αλλά για προσχώρηση. Νομίζω ότι αποδεικνύεται γι’ άλλη μια φορά πως είχαν δίκιο.

Του Χρήστου Λάσκου-Εκπαιδευτικός