H οικονομία του διαμοιρασμού και οι εχθροί της

«Μία από τις πρώτες μου δουλειές ως εφήβου ήταν να παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές λυκείου στο Λος Άντζελες για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Κολέγιο. Ήταν η πρώτη μου εμπειρία σε αυτό που μερικοί αποκαλούν gig economy (οικονομία των ελεύθερων επαγγελματιών). Με τα χρήματα που έβγαζα τότε, που ήταν ένα επιπλέον εισόδημα, πλήρωνα τα δικά μου δίδακτρα στο πανεπιστήμιο και έμενε κάτι και για μπίρα ή καφέ». Αυτά δήλωνε πριν από τρία χρόνια στο βρετανικό περιοδικό The Economist ο Travis Kalanick, 42 ετών σήμερα, ιδρυτής από το 2009 της εφαρμογής Uber, εταιρείας από την οποία αποχώρησε πέρυσι, αποκομίζοντας και ένα πακέτο 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σήμερα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, υπάρχουν στις ΗΠΑ 52 εκατομμύρια άνθρωποι (από τους οποίους τα 22 εκατομμύρια είναι 18-30 ετών), που ασκούν δύο και τρεις επαγγελματικές εργασίες για να τα βγάζουν πέρα. Άλλοι κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα, αρκετοί παραδίδουν πίτσες και τρόφιμα και υπάρχουν βεβαίως και αυτοί που είναι οδηγοί. «Σε περιόδους χαμηλής δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, αλλά και στασιμότητας στις αμοιβές, η μετάβαση από τα αυστηρά ωράρια στην ευέλικτη εργασία είναι μία σοβαρή λύση», τονίζει ο Μάικλ Φόστερ, δάσκαλος που παραδίδει καθημερινά αρκετά ιδιαίτερα μαθήματα.

Οι πρόσθετες αυτές δουλειές είναι πολύτιμες τόσο για ανέργους όσο και για εργαζόμενους με καθηλωμένη αμοιβή εργασίας τα δέκα τελευταία χρόνια. Κατά τον σημερινό επικεφαλής της Uber, τον Αμερικανο-ιρανό επιχειρηματία Dara Khosrowshahi, 48 ετών, πρόκειται για μία νέα πραγματικότητα, κοινωνική και οικονομική, που δίνει ιδιαίτερο βάρος σε εταιρείες όπως η Uber στον τομέα της μεταφοράς προσώπων και της εξυπηρέτησής τους. Όπως τονίζει ο CEO της Uber, για πολλούς ανθρώπους, νέους κυρίως, η οικονομία του διαμοιρασμού (sharing economy) είναι σημαντική πηγή πρόσθετου εισοδήματος.

Το 60% όσων οδηγούν για την Uber στην Αμερική είναι ήδη εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης και οι μισοί από τους οδηγούς δεν δουλεύουν περισσότερες από δέκα ώρες την εβδομάδα. Πρόκειται για άτομα που αναζητούν την επόμενη εργασία τους ενώ οι δόσεις των δανείων τρέχουν, φιλόδοξους επιχειρηματίες που θέλουν να σιγουρέψουν το επόμενο νοίκι τους και γονείς που μαζεύουν χρήματα για τις καλοκαιρινές διακοπές. Για πολλές οικογένειες της μεσαίας τάξης, η ευκαιρία να βγάλουν επιπλέον 10.000 δολάρια ή και περισσότερα κάθε χρόνο μπορεί να τους αλλάξει τη ζωή.

Άλλοι θα πουν ναι σε μία τέτοια εργασία διότι, απλά, χρειάζονται δουλειά. Πρόσφατη έρευνα στη Γαλλία έδειξε ότι το 24% όσων οδηγούν για την Uber ήταν προηγουμένως άνεργοι και περίπου το 40% αυτών ήταν άνεργοι για πάνω από ένα χρόνο. Το ίδιο ισχύει για αναδυόμενες οικονομίες όπως η Ινδία, όπου οι οδηγοί των χειροκίνητων ταξί (rickshaw), που δεν ήξεραν καν τι ήταν τα «έξυπνα τηλέφωνα», χρησιμοποιούν την Uber για την εύρεση νέων πελατών: επιβάτες που ζητούν μετακίνηση με το πάτημα ενός κουμπιού.

Τα άτομα αυτά και πολλοί άλλοι επέλεξαν αυτόν τον τρόπο εργασίας διότι τους παρέχει όχι μόνο μεγαλύτερη ασφάλεια (π.χ. βοηθάει στην αποπληρωμή δανείων ή του ενοικίου), αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία. Οι οδηγοί μάς λένε ότι είναι αφεντικά του εαυτού τους και του χρόνου τους, και αυτό πραγματικά το λατρεύουν. Όταν τους ρωτάς αν προτιμούν μία δουλειά γραφείου με σταθερό ωράριο, με κάποια οφέλη και συγκεκριμένο μισθό, ή μία πιο ευέλικτη εργασία, όπως με την Uber, σχεδόν τα τρία τέταρτα δηλώνουν ότι επιλέγουν την ευελιξία.

Δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό το γιατί. Πρόσφατη αμερικανική μελέτη στον τομέα των λιανικών πωλήσεων έδειξε ότι οι εταιρείες, αντί να προσφέρουν τις αναμενόμενες βάρδιες στους υπαλλήλους, επιλέγουν να τους έχουν on call (διαθέσιμους κατόπιν κλήσης), φέρνοντας άτομα να εργαστούν για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους σχεδόν την τελευταία στιγμή, όταν η ζήτηση είναι μεγάλη. Έτσι, όμως, είναι δύσκολο να σχεδιάσεις τη ζωή σου με άξονα τη δουλειά, ιδίως αν έχεις και άλλες ευθύνες, όπως παιδιά ή γονείς που χρειάζονται φροντίδα.

Πέρα από τα εισοδηματικά, όμως, η οικονομία του διαμοιρασμού έχει και άλλα πλεονεκτήματα, που σκοπίμως κάποιοι τα αποσιωπούν. «Ο διαμοιρασμός», έγραφε πριν έναν χρόνο ο Travis Kalanick, «μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κόστους διαβίωσης, εν μέρει δε και στη βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Το αυτοκίνητο είναι ένα από τα πιο ακριβά αγαθά που αγοράζουμε, ωστόσο παραμένει ακινητοποιημένο κατά το 95% του χρόνου. Όμως, σε πόλεις όπως το Παρίσι, η Νέα Υόρκη, η Μπανγκαλόρ και το Πεκίνο υπάρχουν τόσοι πολλοί που παίρνουν το αυτοκίνητο, ώστε οι ευκαιρίες για διπλές «κούρσες» είναι αμέτρητες. Πρόκειται για επιβάτες που θέλουν να μεταβούν στο ίδιο σημείο ακριβώς την ίδια ώρα. Με το Uber-POOL, το οποίο θα κάλυπτε πάνω από 30 μεγάλες πόλεις παγκοσμίως, μπορούν να πάρουν το ίδιο αυτοκίνητο».

Με τον καιρό, οι διαδρομές αυτές εξελίσσονται σε «αέναες κούρσες»: ο οδηγός παραλαμβάνει κάποιον, μετά έναν τρίτο, στη συνέχεια αφήνει τον ένα και παίρνει κάποιον άλλον. Λειτουργεί αν και όποτε ζητηθεί (on demand) και αυτό είναι οικονομικότερο, αφού το κόστος της διαδρομής μοιράζεται μεταξύ πολλών. Είναι φθηνότερο από το να αποκτήσεις αυτοκίνητο και αλλάζει τη μορφή των πόλεων. Προσφέροντας μία φθηνότερη εναλλακτική σε σχέση με την απόκτηση οχήματος, μπορούμε να μειώσουμε τον συνολικό αριθμό των αυτοκινήτων.

Μπορούμε επίσης να βοηθήσουμε να περιοριστεί ο αριθμός ΙΧ αν κάνουμε ευκολότερη τη σύνδεση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στη Νέα Υόρκη, περισσότερες από τις μισές διαδρομές της Uber που ξεκινούν ή καταλήγουν εκτός Μανχάταν έχουν το σημείο προορισμού (drop-off) σε ακτίνα 400 μέτρων από τον σταθμό του μετρό. Επίσης, στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, σχεδόν μία στις τέσσερις διαδρομές στα προάστια της πόλης αρχίζουν ή καταλήγουν κοντά σε περιφερειακό σιδηροδρομικό σταθμό που εξυπηρετεί εργαζόμενους. Και στις δύο πόλεις παρατηρείται αύξηση των μετακινήσεων με ανταπόκριση transit. Περιττό να τονιστεί ότι με το σύστημα αυτό επιβαρύνεται λιγότερο το περιβάλλον, αλλά προστατεύεται και η δημόσια υγεία.

Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, η οικονομία του διαμοιρασμού προσφέρει στον άνθρωπο μεγαλύτερη ευελιξία, ελευθερία και έλεγχο της ζωής και του εισοδήματός του. Παράλληλα, του ανοίγει και νέους δρόμους με ευκαιρίες. Με πιο απλά λόγια, αλλάζει την εργασία, αναδεικνύοντας όμως και νέους τρόπους σκέψης.

Αυτό, όμως, είναι κακό πράγμα για τους πωλητές «οραμάτων» και άλλων «σωτηριολογικών λύσεων», που θέλουν κάθε πολίτη δέσμιο της πνευματικής απάτης και της ιδεολογικής γελοιότητας. Διότι μόνον υπό συνθήκες ιδεολογικο-ψυχολογικής εξάρτησης ο λαϊκισμός και οι συντεχνιακές παραφυάδες του μπορούν και επιβιώνουν.

Και υπό αυτή την έννοια, η δυνατότητα της «οικονομίας του διαμοιρασμού» να αποτελέσει μία νέα προοδευτικότητα μόνο ρίγη προκαλεί στις δυνάμεις της ακινησίας.

Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου