13% η παγκόσμια αύξηση στη συχνότητα παιδικού καρκίνου

Διεθνής μελέτη που συντονίστηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Eρευνών για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer – IARC) και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Oncology δείχνει ότι κατά την περίοδο 2001-2010, ο καρκίνος κατά την παιδική ηλικία ήταν 13% πιο συχνός από ότι στη δεκαετία του ’80, φθάνοντας σε ετήσια συχνότητα 140 περιπτώσεων ανά ένα εκατομμύριο παιδιά ηλικίας 0-14 ετών παγκοσμίως. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε καλύτερη ή πιο έγκαιρη ανίχνευση αυτών των καρκίνων.

Με βάση τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν παγκοσμίως για σχεδόν 300.000 περιπτώσεις καρκίνου που διαγνώστηκαν το 2001-2010, η μελέτη έδειξε ότι η λευχαιμία είναι ο συχνότερος καρκίνος σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών, και αποτελεί σχεδόν το ένα τρίτο των παιδικών περιπτώσεων καρκίνου. Οι όγκοι του κεντρικού νευρικού συστήματος κατέλαβαν τη δεύτερη θέση (20% των περιπτώσεων) και τα λεμφώματα αντιστοιχούσαν στο 12% των περιπτώσεων. Στα παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών, το ένα τρίτο των περιπτώσεων ήταν εμβρυϊκοί όγκοι (νευροβλάστωμα, ρετινοβλάστωμα, νεφροβλάστωμα, ηπατοκυτταρικός καρκίνος).

Το άρθρο που παρουσιάζει το "neaygeia.gr" αναφέρει επίσης, για πρώτη φορά, τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου σε εφήβους (ηλικίας 15-19 ετών). Το ετήσιο ποσοστό εμφάνισης ήταν 185 ανά ένα εκατομμύριο εφήβους, βάσει αρχείων περίπου 100.000 περιπτώσεων καρκίνου. Οι πιο συχνές μορφές καρκίνου ήταν τα λεμφώματα (23%), ακολουθούμενες από τις περιπτώσεις που ταξινομήθηκαν ως καρκινώματα και μελάνωμα (21%).
«Ο καρκίνος είναι μια σημαντική αιτία θανάτου σε παιδιά και εφήβους, παρά τη σχετικά σπάνια εμφάνιση του πριν από την ηλικία των 20 ετών», λέει ο διευθυντής του IARC, Δρ Christopher Wild.

Η μελέτη αυτή υποδηλώνει ότι η συχνότητα εμφάνισης παιδικών καρκίνων μπορεί να έχει επηρεαστεί από την ευαισθητοποίηση των γιατρών σχετικά με τον παιδικό καρκίνο ή από τις επιπτώσεις εξωτερικών παραγόντων, όπως μολύνσεις ή ορισμένοι περιβαλλοντικοί ρύποι. Για να καταστεί δυνατή η εξακρίβωση των αιτιών που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποφευχθούν, απαιτούνται υψηλής ποιότητας καταγραφές των περιπτώσεων σε ένα αντιπροσωπευτικό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού. Στα δεδομένα για τη μελέτη αυτή συνέβαλαν 153 μητρώα καρκίνου σε 62 χώρες, τμήματα και περιοχές, καλύπτοντας περίπου το 10% του παγκόσμιου παιδικού πληθυσμού. Ωστόσο, τα αναφερόμενα αποτελέσματα βασίζονται στην κάλυψη παιδικού πληθυσμού σχεδόν 100% στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη και 5% ή λιγότερο στην Αφρική και την Ασία. Στις χώρες με συστήματα υγείας περιορισμένων πόρων, ο καρκίνος μπορεί να μη διαγνωσθεί, λόγω έλλειψης ενημέρωσης ή διαθεσιμότητας διαγνωστικού εξοπλισμού. Επίσης, οι κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να εξηγήσουν τα απρόσμενα χαμηλά ποσοστά που αναφέρθηκαν ιδιαίτερα για τα βρέφη ή για τα κορίτσια σε ορισμένες χώρες.